Η καλύτερη μοιρασιά των
βουλευτικών εδρών ανάμεσα στα κόμματα της Βουλής δεν είναι απλή αναλογική
Η συζήτηση για την αλλαγή του εκλογικού νόμου που βρίσκεται σε εξέλιξη,
μετά από την δηλωμένη πρόθεση της συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ να προχωρήσει σε
αλλαγή του, έχει σαν βασικό χαρακτηριστικό της την διατήρηση του
αντιδημοκρατικού ορίου του 3% για την είσοδο στη βουλή και την καλύτερη
μοιρασιά ανάμεσα στα κόμματα του κοινοβουλίου. Η συγκυβέρνηση προσπαθεί να
ρίξει στάχτη στα μάτια του κόσμου της Αριστεράς και του δημοκρατικού κόσμου
γενικά, ότι πραγματοποιεί, δήθεν, μία δέσμευσή της και υλοποιεί ένα πάγιο,
δημοκρατικού χαρακτήρα, αίτημά τους, αυτό της απλής αναλογικής. Το εκλογικό
σύστημα όμως που επεξεργάζονται τα κυβερνητικά επιτελεία δεν είναι η απλή, ανόθευτη
και άδολη αναλογική, αλλά κάτι άλλο που αφορά, μεταξύ των άλλων, στην
ικανοποίηση των κομμάτων του κοινοβουλίου για να συναινέσουν στην αλλαγή του
εκλογικού νόμου και στην υπερψήφισή του από 200 βουλευτές για να μπορεί να
ισχύσει από τις αμέσως επόμενες εκλογές.
Η ανάγκη που σπρώχνει στην αλλαγή του εκλογικού νόμου είναι η
αντιστοίχησή του με την πολιτική και κοινοβουλευτική πραγματικότητα που έχει
διαμορφωθεί μετά την είσοδο της χώρας στον αστερισμό των μνημονίων και της
επιτροπείας από την Τρόικα.
Η κατάρρευση του πάλαι ποτέ κραταιού δικομματισμού, διότι ο κόσμος
θεώρησε, και σωστά, τα κόμματά του υπεύθυνα για την πτώχευση της χώρας, τη
φτώχια και την εξαθλίωση στην οποία τον οδήγησαν και απηύδησε από αυτά, οδήγησε
στην ανάγκη των συμμαχικών κυβερνήσεων στην κατεύθυνση της υλοποίησης των
μνημονίων. Πρόκειται για την αδυναμία του πολιτικού συστήματος να αναμορφωθεί
πολιτικά μιας και η μόνη προοπτική που δίνει στην κοινωνία είναι αυτή της
μνημονιακής κόλασης και της παραπέρα εξάπλωσης της φτώχιας και της εξαθλίωσης,
της φορολεηλασίας, της ισοπέδωσης των κατακτημένων με αγώνες και αίμα
εργασιακών και δημοκρατικών δικαιωμάτων, του ξεπουλήματος της δημόσιας
περιουσίας και της υποθήκευσής της για ένα αιώνα στους πιστωτές-τοκογλύφους και
της διαιώνισης της επιτροπείας.
Η εκλογική κατακρήμνιση όλων ανεξαιρέτως των μνημονιακών κομμάτων σαν
αποτέλεσμα της αντιλαϊκής πολιτικής τους, και η αδυναμία τους να σχηματίσουν
αυτοδύναμες κυβερνήσεις, τους οδηγεί στην προσαρμογή του εκλογικού νόμου που θα
διευκολύνει το σχηματισμό πολυκομματικών κυβερνήσεων στην κατεύθυνση της
υλοποίησης των μνημονίων τα οποία αποτελούν κοινό τους τόπο. Αυτή είναι η απλή
αλήθεια που αναγκάζει τη συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ να μοιράσει καλύτερα τις
βουλευτικές έδρες και τα λάφυρα της εξουσίας, βαφτίζοντας ταυτόχρονα, μαζί με
τους «53», το κρέας ψάρι, την καλύτερη μοιρασιά μεταξύ τους, «απλή αναλογική».
Απλή αναλογική σημαίνει ότι το
εκλογικό ποσοστό του κάθε κόμματος, ή του κάθε συνδυασμού που παίρνει μέρος
στις βουλευτικές, Δημοτικές και Περιφερειακές εκλογές, αντιστοιχεί με τις έδρες
που δικαιούται. Με εκλογικό ποσοστό 1% για παράδειγμα, πρέπει να λαμβάνει το 1%
των βουλευτικών, των Δημοτικών ή των Περιφερειακών εδρών. Το ίδιο πράγμα με
αντίστοιχο τρόπο, πρέπει να ισχύσει στις εκλογές στο συνδικαλιστικό κίνημα στο
οποίο επίσης ισχύει ένα εκλογικό σύστημα το οποίο αρκετές φορές φτάνει στα όρια
της ενισχυμένης αναλογικής όπου ακόμα και με διψήφιο ποσοστό να μην μπορεί ένας
συνδυασμός να πάρει έδρα στο ΔΣ. Σε κάθε περίπτωση ούτε εκεί ισχύει η απλή, άδολη
και ανόθευτη αναλογική.
Από τη στιγμή εκείνη που η
συγκυβέρνηση εξακολουθεί να διατηρεί το αντιδημοκρατικό όριο του 3%, ή άλλου
ορίου για την είσοδο ενός κόμματος στη Βουλή, η απλή αναλογική πάει περίπατο
και δεν υπάρχει. Η απλή αναλογική ταυτίζεται με την μη ύπαρξη ορίου και
ποσοστιαίου φραγμού για την είσοδο στη Βουλή. Σε διαφορετική περίπτωση, όπως
τώρα, θα πρόκειται απλά για ένα ακόμα καλπονοθευτικό εκλογικό σύστημα το οποίο
από τη μία νοθεύει τη βούληση του εκλογικού σώματος σε σχέση με τη σύνθεση του
κοινοβουλίου και από την άλλη κλέβει τις βουλευτικές έδρες από τις μικρές
πολιτικές δυνάμεις που αδυνατούν να συγκεντρώσουν το 3%, δίνοντάς τες λάφυρα
στις μεγαλύτερες.
Η νέα ρύθμιση στην οποία στοχεύει η συγκυβέρνηση δεν είναι άσχετη με τα
κόμματα που συμμετέχουν στη Βουλή. Τα 6 από τα 8 κόμματα της βουλής υπερψήφισαν
ή στηρίζουν το 3ο μνημόνιο. Από τα άλλα δύο κόμματα, το ΚΚΕ κατήγγειλε τα
μνημόνια και τα καταψήφισε χωρίς να πάει βήμα παραπέρα, χωρίς δηλαδή να πάρει
καμία πολιτική πρωτοβουλία για τη συγκρότηση αντιμνημονιακού πολιτικού μετώπου
με στόχο την άμεση ανατροπή της μνημονιακής πολιτικής και την υλοποίηση άλλης,
φιλεργατικής-φιλολαϊκής πολιτικής. Παρέπεμψε και εξακολουθεί να παραπέμπει την
ανατροπή των μνημονίων στις καλένδες κάποιας ονειρικής λαϊκής εξουσίας. Για το
λόγο αυτό δεν αποτελεί άμεσο κίνδυνο για το μνημονιακό, το κοινοβουλευτικό και
γενικότερα το καπιταλιστικό σύστημα.
Η ΧΑ, παρά την αντιμνημονιακή ρητορεία της, δεν αποτελεί κανένα κίνδυνο
για το σύστημα από τη στιγμή που δεν αμφισβητεί τους ακρογωνιαίους λίθους του
και τις στρατηγικές επιλογές της άρχουσας αστικής τάξης. Δεν αμφισβητεί την
αποπληρωμή του δημόσιου χρέους, παρά μόνο μιλάει για κάποια ΕΛΕ, δεν αμφισβητεί
την παραμονή της χώρας στην Ευρωζώνη και την ΕΕ, στο πλαίσιο των οποίων, όπως
αποδείχτηκε, είναι αδύνατη η κατάργηση των μνημονίων. Η «τιμωρία της» για την «γλώσσα
του πεζοδρομίου» που χρησιμοποιεί, και την φραστική όξυνση που προκαλεί στη Βουλή,
θα είναι μόνο οικονομικής φύσης, πράγμα που ίσως να προβλέπεται και στον
εκλογικό νόμο.
Με βάση την κατάσταση, τη σύνθεση και την πολιτική των κομμάτων του
κοινοβουλίου, η καλύτερη μοιρασιά των βουλευτικών εδρών αποτελεί και ένα είδος
επιβράβευσης και ανταμοιβής τους. Αν στη Βουλή βρισκόταν αυτή τη στιγμή μια
πολιτική δύναμη η οποία θα διεξήγαγε συνεπή και πραγματικό αντιμνημονιακό αγώνα
και θα έδινε άμεση πολιτική προοπτική από την εργατική και λαϊκή σκοπιά, σίγουρα
θα ήταν σε διαφορετική κατεύθυνση και ο εκλογικός νόμος.
Συζήτηση και αναφορές γίνονται και στη μείωση του αριθμού των
βουλευτών, από 300 σε 200, δήθεν για λόγους μείωσης του οικονομικού κόστους. Η
μείωση του αριθμού των βουλευτών σε τίποτα το καλύτερο δεν πρόκειται να
συμβάλει, πέραν της ενίσχυσης ενός πιο ολιγαρχικού κοινοβουλευτικού συστήματος
στο οποίο οι βουλευτές θα είναι πλήρως ελεγχόμενοι από τα αρχηγεία των
κομμάτων. Το οικονομικό κόστος μπορεί να αυξηθεί και με 200 βουλευτές.
Το δημόσιο οικονομικό κόστος μπορεί όμως να μειωθεί ακόμα και με 400
βουλευτές. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με την κατάργηση των οικονομικών προνομίων
των βουλευτών και με τη μείωση του μισθού τους στο όριο του μέσου εργατικού
μισθού. Αν ο μισθός των βουλευτών μειωθεί στα όρια του μέσου εργατικού μισθού,
τότε και με 400 βουλευτές θα έχουμε μια πιο φθηνή Βουλή.
Η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, όλες σχεδόν τις αποφάσεις και τα μέτρα που
παίρνει, τα οποία βρίσκονται στην κατεύθυνση της υλοποίησης όλων των αντιλαϊκών
και νεοφιλελεύθερων μέτρων των μνημονίων που δεν πρόλαβαν ή δεν μπόρεσαν να
πραγματοποιήσουν οι προηγούμενες μνημονιακές κυβερνήσεις, προσπαθεί να τα
επενδύσει με μια νέα επένδυση, η οποία να διαφέρει έστω στην όψη από τους
προηγούμενους. Η μνημονιακή μπόχα όμως που αποπνέει η πολιτική της, η οποία
προέρχεται από τη βρωμερή ανάσα και τη σαπίλα του βαριά άρρωστου καπιταλισμού ο
οποίος αρρωσταίνει ολόκληρη την κοινωνία, δεν μπορεί ούτε να φιλτραριστεί, ούτε
να απαλειφθεί. Η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ θα έχει την τύχη των προηγούμενων
μνημονιακών κυβερνήσεων. Και όσον αφορά στον εκλογικό νόμο που μαγειρεύει,
μάλλον θα επαναληφθεί εκ νέου ότι έγινε και στο παρελθόν: ο εκλογικός νόμος
έγινε μπούμερανγκ των εμπνευστών του!
Κάβουρας Δημήτρης